Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2013

Ταχύτητα και βελτίωσή της


Πριν αρχίσουμε να αναλύουμε τον παράγοντα αυτόν της Φυσικής Κατάστασης θα ήθελα να αναφερθώ σ΄ αυτόν, δίνοντας ορισμένες απαντήσεις σε ερωτήματα που συναντάμε καθημερινά και τα οποία σε τελική ανάλυση μπορούν να διαμορφώσουν άποψη, αποτρέποντας ακόμη και την εφαρμογή των προπονήσεων ταχύτητας.
Πολλές φορές συναντάμε το ερώτημα: αν μπορούμε μέσα από σωστή προπόνηση ταχύτητας να βελτιώσουμε το επίπεδο αυτής και κατά πόσο; Μπορούμε δηλ. προπονώντας έναν αργό ποδοσφαιριστή να τον κάνουμε γρήγορο;
Η απάντησή μου στην ερώτηση αυτή είναι ΟΧΙ ή τουλάχιστον μπορούμε να τον βελτιώσουμε ελάχιστα. Για να δικαιολογήσω την απάντησή μου αυτή, θα πρέπει υποχρεωτικά να χρησιμοποιήσω ορισμένους επιστημονικούς όρους, βγαλμένους μέσα από την επιστήμη της Ιατρικής ( ανατομία ) και όχι μέσα από την προπονητική. Γι’ αυτό οι επόμενες γραμμές αναφέρονται σ’ αυτούς που θέλουν να εμβαθύνουν λίγο και να κατανοήσουν το γιατί. Οι υπόλοιποι θα πρέπει απλά και μόνο να γνωρίζουν ότι η βελτίωση της ταχύτητας μέσα από σωστή προπόνηση επιτυγχάνεται σε ελάχιστο βαθμό.

Η ταχύτητα είναι ίσως ο μοναδικός παράγοντας της Φυσικής Κατάστασης που δεν είναι επίκτητος, δεν αποκτιέται δηλ. με την προπόνηση, αλλά εξαρτάται από μία σειρά παραγόντων που είναι κληρονομικοί δηλ. ο άνθρωπος γεννήθηκε με αυτούς τους παράγοντες. Οι παράγοντες αυτοί είναι αρκετοί, οι σημαντικότεροι όμως, είναι:

α. Σε τι ποσοστό είναι κατανεμημένες οι μυϊκές ίνες που αποτελούν τους μύες του ανθρωπίνου σώματος. Όπως έχουμε πει και πιο πάνω οι μύες του ανθρωπίνου σώματος αποτελούνται από μυϊκές ίνες ταχείας συστολής και μυϊκές ίνες βραδείας συστολής. Όταν λοιπόν οι μύες του ανθρώπου, από την γέννησή του, αποτελούνται από μυϊκές ίνες ταχείας συστολής σε μεγαλύτερο ποσοστό, τότε ο άνθρωπος αυτός, αν ασχοληθεί με τον αθλητισμό, θα είναι ένας ταχύς αθλητής, ποδοσφαιριστής κ.τ.λ. και το αντίθετο, όταν οι μύες του αποτελούνται από μυϊκές ίνες βραδείας συστολής σε μεγαλύτερο ποσοστό, τότε θα είναι ένας αργός αθλητής, ποδοσφαιριστής κ.τ.λ. και άρα θα πρέπει να τον ενθαρρύνουμε να ασχοληθεί με αγωνίσματα αντοχής.
Η παρέμβασή μας στον γενετικό κώδικα, τουλάχιστον μέχρι σήμερα είναι αδύνατη. Δεν μπορούμε δηλ. να παρέμβουμε και να μετατρέψουμε ή να αυξήσουμε το είδος των μυϊκών ινών που θέλουμε. 
Ας υποθέσουμε ότι ένας αθλητής/ ποδοσφαιριστής, μετά από την μυοβιοψία στην οποία υποβλήθηκε, έχει στους μύες του 65% μυϊκές ίνες βραδείας συστολής και 35% μυϊκές ίνες ταχείας συστολής. Όπως όλοι καταλαβαίνουμε, ο αθλητής /ποδοσφαιριστής αυτός είναι αργός. Ακόμη και με την βοήθεια της Ιατρικής (όχι μόνο μέσα από την προπόνηση), είναι αδύνατη η μετατροπή του είδους των μυϊκών ινών, έτσι ώστε να αντιστραφούν τα ποσοστά και ο αθλητής/ ποδοσφαιριστής αυτός από αργός να γίνει γρήγορος.

Αυτό βεβαίως ισχύει μέχρι σήμερα, γιατί με την εξέλιξη της ιατρικής και ιδιαίτερα της γενετικής (αποκωδικοποίηση του D.N.A.) στο μέλλον, ενδεχομένως να έχουμε την δυνατότητα παρέμβασης και άρα μετατροπής του ποσοστού των μυϊκών ινών όπως εμείς θέλουμε και να μπορούμε γενετικά πλέον να δημιουργούμε αντίστοιχα αθλητές/ ποδοσφαιριστές γρήγορους-ταχείς ή αργούς.

Ένας άλλος παράγοντας που επηρεάζει την Ταχύτητα, σε μικρότερο βέβαια βαθμό, είναι ο σωματότυπος του αθλητή και ιδιαίτερα οι αναλογίες των σκελών με τον κορμό. Όπως καταλαβαίνεται και σε αυτόν τον παράγοντα, δεν μπορούμε να παρέμβουμε. Ο άνθρωπος γεννιέται με την συγκεκριμένη κατασκευή, τον συγκεκριμένο σωματότυπο.
Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας που επηρεάζει την Ταχύτητα είναι το Κεντρικό Νευρικό Σύστημα (Κ.Ν.Σ.).
Ο εγκέφαλος του ανθρώπου λαμβάνει τα οπτικό-ακουστικά ερεθίσματα από το περιβάλλον και δια μέσου του Κ.Ν.Σ. (των νευρώνων), δίνει την εντολή στους μύες να αντιδράσουν, κάνοντας μια σύσπαση (να παράγουν δηλ. μια κίνηση).

Ο χρόνος που απαιτείται να φτάσει μια εντολή, για να πραγματοποιήσει ο άνθρωπος κάποια κίνηση, από τον εγκέφαλο στους μύες, παίζει σημαντικό ρόλο στην ταχύτητα αντίδρασης.

Όσο και αν προπονήσουμε τον αθλητή να αντιδρά γρήγορα στα οπτικό-ακουστικά ερεθίσματα, η βελτίωση θα είναι ελάχιστη, γιατί και εδώ η κληρονομικότητα παίζει πάρα μα πάρα πολύ σημαντικό ρόλο.
Μετά από την ανάλυση αυτών των τριών παραγόντων που επηρεάζουν άμεσα την Ταχύτητα, όλοι μας καταλαβαίνουμε ότι η σωστή προπόνηση παίζει έναν ελάχιστο ρόλο στην βελτίωσή της, μόνο και μόνο γιατί δεν μπορούμε να παρέμβουμε και να τροποποιήσουμε τους παράγοντες αυτούς. 
Ένα άλλο ερώτημα, το οποίο είναι συνέχεια της απάντησης του προηγούμενου ερωτήματος είναι:

Αφού δεν μπορούμε να βελτιώσουμε, σε ικανοποιητικό βαθμό το επίπεδο της Ταχύτητας μέσα από την προπόνηση, τότε γιατί προπονούμε τους αθλητές/ ποδοσφαιριστές στην Ταχύτητα και δεν τους αφήνουμε ως έχει;
Η απάντηση είναι ότι:  μη υποβάλλοντας τον αθλητή/ ποδοσφαιριστή σε προπόνηση ταχύτητας αδρανοποιούνται κατά έναν βαθμό οι μυϊκές ίνες ταχείας συστολής και δραστηριοποιούνται οι αντίστοιχες βραδείας συστολής σε μεγαλύτερο βαθμό. Έτσι όταν χρειαστεί ο αθλητής/ ποδοσφαιριστής αυτός να κάνει κάποια γρήγορη κίνηση π.χ. ένα σουτ, μια ντρίπλα κ.τ.λ. , τότε η ενεργοποίηση των ινών ταχείας συστολής θα γίνει πιο αργά και ενδεχομένως ένα ποσοστό από αυτές να μην δραστηριοποιηθούν και καθόλου. Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας είναι ότι μέσα από την αδράνειά τους, μικραίνει η διάμετρός τους, γίνονται δηλ. πιο αδύνατες και επομένως πιο ανίσχυρες. Συμπερασματικά τονίζουμε ότι  αν στο προγραμματισμό των προπονήσεων επιμείνουμε περισσότερο από όσο πρέπει στην προπόνηση αντοχής (υπερπροπόνηση αντοχής), τότε αυτό αποβαίνει εις βάρος της ταχύτητας και επομένως δημιουργούμε παίκτες αργούς και δυσκίνητους.
Το τελευταίο ίσως ερώτημα που συναντάμε κατά την διάρκεια διαφόρων συζητήσεων με εμπειρικούς κυρίως προπονητές και ίσως το σημαντικότερο, είναι: από πια ηλικία ένας αθλητής πρέπει να ξεκινήσει συστηματική προπόνηση Ταχύτητας, για να μπορέσει να έχει την καλύτερη δυνατή βελτίωση αυτής; 
Αν εξετάσουμε τους δύο από τους τρεις παράγοντες που επηρεάζουν την Ταχύτητα (μύες και Κ.Ν.Σ.) και στους οποίους δεν μπορούμε να παρέμβουμε, όπως αναφέραμε πιο πάνω, θα καταλήξουμε στο ακόλουθο συμπέρασμα:

Μύες:
Λόγω της αύξησης των ορμονών (ανδρογόνα-τεστοστερόνη, οιστρογόνα), σημειώνεται μια μυϊκή ανάπτυξη (αύξηση του μήκους και της διατομής των μυϊκών ινών)σε κορίτσια ηλικίας 11-15 ετών και σε αγόρια 13-17 ετών.
Αυτό οδηγεί στα έξεις συμπεράσματα:

  • Στην αρχή αυτής της ηλικιακής φάσης δηλ. 11 χρονών για τα κορίτσια και 13 χρονών για τα αγόρια, σε αύξηση της ταχυδύναμης ενάντια σε μικρές αντιστάσεις και
  • Στο τέλος αυτής της ηλικιακής φάσης δηλ. 15 ετών για τα κορίτσια και 17 ετών για τα αγόρια, σε μια αύξηση της Μεγίστης Δύναμης που είναι προϋπόθεση για εκρηκτικές κινήσεις
  • Επίσης βελτιώνονται οι αναερόβιες γαλακτικές διαδικασίες που είναι απαραίτητες για την αντοχή στην ταχυδύναμη και την αντοχή στην ταχύτητα.
Οι έρευνες αναφορικά με την ανάπτυξη και την οριστική κατανομή των μυϊκών ινών ταχείας και βραδείας συστολής, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ολοκληρώνεται αρχικά με την έναρξη της εφηβείας και ότι με ανάλογα προπονητικά ερεθίσματα μπορούν να επιτευχθούν κάποιες μικρές επιρροές. Αυτό σημαίνει ότι η εντατική προπόνηση αντοχής, μόνο, σε παιδιά ηλικίας 8-13 ετών, έχει σίγουρα αρνητικές επιδράσεις στην ανάπτυξη της Ταχύτητας στο μέλλον.
Από τα παραπάνω καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η σωστή ηλικία, μυϊκά, για να αρχίσει ένας αθλητής συστηματική προπόνηση ταχύτητας, είναι η ηλικία των 13 ετών. Από την ηλικία αυτή και μέχρι την ηλικία των 17 ετών (για τα αγόρια πάντοτε), μπορούμε να έχουμε μια μικρή παρέμβαση στην οριστική τροποποίηση των ινών ταχείας και βραδείας συστολής. Από την ηλικία των 17 ετών και μετά δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Ταυτόχρονα όμως, σε μικρότερες ηλικίες (από 8-13 ετών) δεν πρέπει να εφαρμόζουμε υπερπροπόνηση αντοχής.
Άρα : το επίπεδο βελτίωσης της Ταχύτητας, από μυϊκής άποψης, μπορεί να αυξηθεί όταν από την ηλικία των 13 ετών και μέχρι την ηλικία των 17 ετών δώσουμε στον αθλητή τα κατάλληλα προπονητικά ερεθίσματα.
Πιο κάτω θα αναφέρω τα αποτελέσματα διαφόρων ερευνών όσον αφορά την εξέλιξη της ταχύτητας με την πάροδο της ηλικίας:
·         Από το 9ο έως το 17ο έτος της ηλικίας, η δρομική ταχύτητα αυξάνεται από 5,4 m/sec σε 6-7 m/sec.

·         Από το 17ο έτος της ηλικίας έως και το 32ο, παρατηρείται μια σταθεροποίηση χωρίς δυνατότητα αύξησης

·         Από το 33ο έτος της ηλικίας σημειώνεται μια απότομη πτώση, που παρατηρείται εκ νέου από το 43ο έτος της ηλικίας

 Μπορούμε να προπονούμε την ταχύτητα συστηματικά από το 9ο έτος της ηλικίας, έχοντας όμως υπ’ όψιν ότι η μεγαλύτερη βελτίωση επέρχεται από το 13ο έως το 17ο έτος της ηλικίας, εκεί δηλ. όπου παρατηρείται η οριστική κατανομή των μυϊκών ινών ταχείας και βραδείας συστολής.     

Όσον αφορά τον δεύτερο σημαντικό παράγοντα που επηρεάζει την ταχύτητα, το Κεντρικό Νευρικό Σύστημα (Κ.Ν.Σ.), οι έρευνες κατέληξαν στο συμπέρασμα, ότι στον άνθρωπο, στην ηλικία των 12-13 ετών, επιτυγχάνεται η ολική μάζα του εγκεφάλου.
Με την γέννηση του ανθρώπου υπάρχουν ήδη στον εγκέφαλο όλα τα νευρικά κύτταρα (νευρώνες). Αναφορικά με την μάζα του εγκεφάλου στην ηλικία των 6 ετών επιτυγχάνεται το 90% και όπως ανέφερα πιο πάνω η ολική μάζα του εγκεφάλου επιτυγχάνεται στην ηλικία των 12-13 ετών. Επίσης η λειτουργική και μορφολογική ωρίμανση των νευρικών κυττάρων επιτυγχάνεται στην ηλικία περίπου των 12 ετών και συνεχίζει να αναπτύσσεται μέχρι το τέλος της ανάπτυξης. Παιδιά της ηλικίας των 10-12 ετών διαθέτουν μια υψηλή πλαστικότητα του Κ.Ν.Σ. που υποδηλώνει μια υψηλή διεγερσιμότητα των νευρικών διαδικασιών.
Συνεπώς στην ηλικία των 12 ετών, από πλευράς Κ.Ν.Σ. έχουμε μια εβαί8σθητη φάση για:
·        Την καλή ανάπτυξη της ταχύτητας αντίδρασης και
·        Κινητικές διαδικασίες μάθησης για την ανάπτυξη των τόσο σημαντικών για γρήγορες κινήσεις, τεχνικών των κινήσεων (ντρίπλες, σουτ, κοντρόλ κ.τ.λ.)

Δίνοντας λοιπόν την τελική απάντηση στο ερώτημα που τέθηκε, απαντώ ότι η ιδανική ηλικία για να ξεκινήσουμε μια συστηματική προπόνηση ταχύτητας και να προσδοκάμε τα καλύτερα δυνατόν αποτελέσματα από όλες τις απόψεις (μυϊκά- Κ.Ν.Σ.), είναι η ηλικία των 12-13 ετών η οποία επεκτείνεται μέχρι και το 17ο – 18ο έτος. Από εκεί και πέρα η οποιαδήποτε προπονητική επίδραση είναι άχρηστη.